Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Η μαχη του Μανούσου

Το απόσπασμα μας το έστειλε ο Δημήτρης Κουκουλάς από το βιβλίο του:

ΤΑ ΦΟΡΤΗΓΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


«…..Ήταν μια μάχη με θεατές, γιατί διέρρευσε το μυστικό αποβραδίς και βγήκανε οι άνθρωποι στα κτήματα που είναι ψηλά, στα τελευταία πεζούλια της πλαγιάς πάνω από το γιοφύρι. Καλύφτηκαν πίσω από δέντρα και από μάντρες και έχοντας προς τα κάτω μια θέα πανοραμική, τα είδαν όλα. Σαν θεατές μιας γιγαντιαίας θεατρικής παράστασης με πραγματικά, όμως, πυρά! Και ζουν ακόμα σήμερα πολλοί που μπορούν να σου την περιγράψουν καταλεπτώς.

19 Ιουλίου του ’44, παραμονή τα’ Αϊ-Λιός και δεν κουνιέται φύλλο. Ψήνονται οι πέτρες μες στο λιοπύρι και κάτω προς τη ρεματιά, πάνω από το πέταλο της δημοσιάς και το παλιό πέτρινο γιοφύρι κάποιοι παραμονεύουν. Έχουν ακροβολιστεί στα κοτρόνια και στα πουρνάρια και με το χέρι στη σκανδάλη όλο κοιτάνε προς το δρόμο και περιμένουν. Ακίνητοι, σαν μαρμαρωμένοι. Είναι αντάρτες του ΕΛΑΣ, Λάκωνες και Μεσσήνιοι οι πιο πολλοί. Κυλάει ο χρόνος αργά, μέσα στην ένταση και την αγωνία, ενώ τα τζιτζίκια στα κλαριά, αμέτοχα των τεκταινομένων, έχουνε το βιολί τους. Να και η φάλαγγα! Ξεπροβάλλει από τις στροφές του Αγιοδημήτρη: δεκαπέντε φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα Γερμανούς στρατιώτες, κινούνται αργά αργά προς την Κυπαρισσία. Να και το τζιπ με τους υψηλόβαθμους! Να και τα πολυβόλα! Είναι στημένα πάνω στα κουβούκλια και όλο σημαδεύουν ψηλά προς τις πλαγιές, κάνοντας τους θεατές να ανατριχιάζουν! Ο πρώτος όμως κρότος που ακούγεται είναι από τα όπλα των ανταρτών. Ακινητοποιείται η φάλαγγα πάνω στη στροφή και η μάχη αρχίζει! Ο ορυμαγδός των όπλων κυριαρχεί και τα τζιτζίκια σωπαίνουν, ενώ από ψηλά οι θεατές ξεπροβάλλουν δειλά δειλά τα κεφάλια τους και η καρδιά τους πάει να σπάσει! Βλέπουν σε πρώτο πλάνο τις ράχες των ακροβολισμένων ανταρτών που ρίχνουν με τα λιανοτούφεκα και ένα πολυβόλο, ενώ παρακάτω πάνω στη δημοσιά, βλέπουν τα λεβεντόπαιδα της Βέρμαχτ, κάτι ψηλά γεροδεμένα παλικάρια που αφήσανε εκείνο το πλατύ ποτάμι του Ρήνου με τα ποταμόπλοια και ήρθαν εδώ στο Ρέμα του Μανούσου, να προσπαθούν να οχυρωθούν πίσω από τα αυτοκίνητα, να φωνάζουν λέξεις ακατάληπτες και να ρίχνουν, να ρίχνουν στα τυφλά με μανία και να τους έρχονται οι σφαίρες από παντού, να τινάζουν τα χέρια ψηλά στον αέρα, να περιστρέφονται όπως στο σινεμά και να πέφτουν, άλλοι πάνω στο δρόμο και άλλοι στις από κάτω πλαγιές, να κατρακυλάνε αργά αργά προς την κοίτη, ραντίζοντας με ζεστό αίμα τα ξερά χορτάρια και τις καλαμιές και εκεί χαμηλά, αφού αναταράζανε για λίγο τα κλαριά της όχθης, να πέφτουν και να σταματούν ακίνητοι, δίπλα από τις ζεστές κροκάλες και το μικρό ρυάκι του νερού, κάτω από τις ανθισμένες λυγαριές και τις πικροδάφνες που με εκείνα τα ζωηρόχρωμα λουλούδια τους και την τόσο έντονη θαλερότητα τους, κατακαλόκαιρο, αποτελούν πάντα μια πρόκληση προς την ξεραΐλα της εποχής.

Και όταν τα όπλα σίγησαν και ακούστηκε ξανά ο τζίτζικας μέσα στο λιοπύρι, μετρήθηκαν εκατόν σαράντα νεκροί κατακτητές και δεκαοκτώ δικοί μας, ανάμεσα τους και ο επικεφαλής, ο καπετάν Σφακιανάκης από το Κορυφάσιο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου